ἐρέχθω

ἐρέχθω,
A rend, break,

δάκρυσι καὶ στοναχῇσι καὶ ἄλγεσι θυμὸν ἐρέχθων Od.5.83

:—[voice] Pass., ἐρεχθομένην ἀνέμοισι, of a ship, buffeted by the winds, Il.23.317 : metaph.,

ὀδύνῃσιν ἐρεχθομένη h.Ap.358

;

πρήξεσιν οὐχ ὁσίαις ἐ. Procl.H.7.38

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἐρέχθω — rend pres subj act 1st sg ἐρέχθω rend pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ερέχθω — ἐρέχθω (Α) 1. σχίζω, διασχίζω, διαρρηγνύω, σπάζω 2. σπαράζω, κατασπαράζω («δάκρυσι και στοναχῇσι καὶ ἄλγεσι θυμὸν ἐρέχθων» αυτός που σπαράζει από δάκρυα και στεναγμούς και πόνους, Ομ. Οδ.) 3. παθ. ἐρέχθομαι φέρομαι εδώ κι εκεί, κτυπιέμαι απ’ τους …   Dictionary of Greek

  • ἐρέχθει — ἐρέχθω rend pres ind mp 2nd sg ἐρέχθω rend pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρεχθομένη — ἐρέχθω rend pres part mp fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρεχθομένην — ἐρέχθω rend pres part mp fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρεχθόμενος — ἐρέχθω rend pres part mp masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρέχθειν — ἐρέχθω rend pres inf act (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρέχθεσθαι — ἐρέχθω rend pres inf mp …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρέχθων — ἐρέχθω rend pres part act masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ορεχθώ — ὀρεχθῶ, έω (Α) (αμφβλ. σημ.) 1. (για ζώο που σφάζεται) εκβάλλω τραχύ ήχο από τον λάρυγγα κατά την αγωνία τού θανάτου («βόες... ὀρέχθεον ἀμφὶ σιδήρῳ σφαζόμενοι», Ομ. Ιλ.) 2. (κατ άλλη ερμ.) εκτείνομαι, τεντώνομαι κατά την αγωνία τού θανάτου 3.… …   Dictionary of Greek

  • rek̂Þh- —     rek̂Þh     English meaning: to harm     Deutsche Übersetzung: ‘schädigen”     Material: O.Ind. rákṣas n. “agony, Quälgeist, fiend, demon”, Av. rašah ‘schädigung, damage, esp. the in other Leben”, rašayeiti ‘schädigt”; Gk. ἐρέχθω “zerre and… …   Proto-Indo-European etymological dictionary

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.